Πριν
δυο χρόνια περίπου ήτανε, όταν "ο θείος" -έτσι τον έλεγα-, Παντελής
Σκούφαλος, με κάλεσε σπίτι του. Σε θέλω -μου 'πε στο τηλέφωνο- να σου τα πω,
για να μη χαθούνε.
Μέσα
στις διάφορες ιστορίες, λοιπόν, που μαγνητοφώνησα εκείνη την ημέρα, κυρίαρχη
θέση είχε "η φουντάνα".
Δεν θα
ξεχάσω την ουσία του λόγου του και την ποιότητά του. Προερχόμενη, σίγουρα, η
τελευταία, από μια βασανιστική ενδοσκόπηση χρόνων. Και, βέβαια, από την
απόσταση, που μπορεί να δίνει διαύγεια στην όποια επισκόπηση γεγονότων, όσο
σκληρά και εάν υπήρξαν αυτά κάποτε.
Δεν
χρειάζεται να προσθέσει κανείς κάτι άλλο.
Ως
φόρο τιμής, να μην πω μνημόσυνο, αυτούσια την καταθέτω.
Ευχαριστίες
πολλές στους φίλους που με μεγάλη προθυμία συνέβαλαν ο καθένας με τον τρόπο και τον λόγο του προς την
κατεύθυνση αυτή.
Νίκος Χούλης
Ξεκίνησεν
από το Γιώργη το Χούλη∙ μου λέει, θέλομε να κάμομεν
αυτήν
τη μεταφορά αλλά χρειάζομαι ανθρώπους έμπιστους και
καλούς.
Πρέπει να μεταφέρομεν κάποια πράματα στο Βροντάδο.
Χωρίς
να μου πει τίποτ 'άλλο, για φουντάνα κ.λ.π.
Μόνο σκέψου, μου λέει, με ποιον θες να πας.
Μείναμε σύμφωνοι να του απαντήσω αύριο.
[...]
Έρχεται
το τρίτο δρομολόγιο, ήτανε βλέπεις ολόκληρο
τυπογραφείο.
Ούτε με μια ούτε με δυο στράτες εγινούντανε να το μεταφέρω.
Στο
τρίτο, μου λέει πάλι ο Γιώργης, πώς τα βλέπεις τα πράματα,
Παντελή;
Τώρα είναι κομμάτι πιο δύσκολα.
Θα πας μέσα στη Χίο να φορτώσεις.
Η αστυνομία περισσότερη, ο κόσμος παράξενος.
Λέει, να μην πας μονάχος να πάρεις κι άλλον μαζί.
Λέω, όχι∙ τώρα π΄ αρχίσαμε, θα τελειώσομε.
[...]
Έρχεται και το τέταρτο δρομολόγιο.
Ολόκληρο συνεργείο.
Γράμματα, κασάκια, στοιχεία. Κατάλαβες; Μολύβι βαριά.
[...]
Μου
λέει ο Χούλης, θα δεις έναν που θα κάθεται στην αυλή -ο
Γιάννης ο Οργέττας ήτανε- και θα διαβάζει εφημερίδα.
Η εφημερίδα θα ΄ναι ο «Ριζοσπάστης».
Θα κατήβεις από το γαϊδουράκι σου και θα το τραβάς να πας κοντά.
[...]
Το τυπογραφείο το δούλεψε -αυτό είναι γνωστό- ο Φώτης ο Αγγουλές και ο Βατάκης∙ εβγάζανε τότε τον «Πρωτοπόρο».
Πάνω
από τη φουντάνα είχεν ένα σιδερά, το μαστρο-Κώστα το
Λοΐζο.
Όταν τους επιάσανε, τους εβγάλανε στο δρόμο.
Ο
Φώτης εζήτησε να γνωρίσει το σιδερά και τ΄ αρνήθηκαν,
ο διευθυντής της Αστυνομίας και οι άλλοι.
Τώρα είμαι αιχμάλωτος, τους είπε, αλυσοδεμένος.
Με τα πολλά, όταν του πήγανε το σιδερά,
τον εχαιρέτησεν ο Φώτης,
λέγοντάς του,
γεια σου, συγκάτοικε,
με το σφυρί σου, μου ΄δινες να καταλάβω
ότι ξημέρωνε...
να ΄σαι καλά.
ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΣΚΟΥΦΑΛΟΣ, Η Φουντάνα [καταγραφή: Νίκος Γ.Χούλης],
εκδόσεις αγιάρι, Μάρτιος 2023





Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου