"γκρίζο 3020 πράσινο 930" της Βάσως Λημνιούδη


 



Κινηματογραφικό Αφιέρωμα

 

Το φιλμ ήταν αφιερωμένο στην πολιτιστική κληρονομιά της Κεντρικής και Βόρειας Ιταλίας. Αρχιτεκτονική, Γλυπτική, Ζωγραφική. Ακουγόταν Ναμπούκο. Τρίτη πράξη. Σιγομουρμούριζα μαζί με άλλους τη μουσική. Η βαθύσκια γαλήνια εξοχή και οι εξαίρετοι μεσαιωνικοί πέτρινοι τοίχοι, θαρρώ του Viterbo, που μας έφεραν στο νου μία άλλη, παλιά, οικεία, μα χαμένη ομορφιά της Μεσογείου. Τις εξοχικές κατοικίες των Γενουατών μα και των ντόπιων εμπόρων, στον πάλαι ποτέ περίφημο για τους κήπους και τα περιβόλια του Κάμπο της Χώρας της Χίου.

   Civitas Chii 1341.

   Η ηλικιωμένη ξανθή γυναίκα με τον λοξά φορεμένο ροζ μπερέ που είχε καθίσει πλάι μου, λίγο προτού κλείσουν τα φώτα, μου έριξε μια φευγαλέα ματιά. Ύστερα, σα να ξεθάρρεψε, άρχισε κι εκείνη να τραγουδά ολοένα υψώνοντας τον τόνο, αν και δειλά. Το μελωδικό σιγανομουρμουρητό ερχόταν, όσο περνούσε η ώρα, κατά κύματα από όλο και περισσότερα σημεία της σκοτεινής αίθουσας. Σαν άναψαν τα φώτα για το διάλειμμα, πολλοί, αρπαγμένοι από τον ερωτισμό της μουσικής, μουρμούριζαν ακόμη μαγεμένοι.

   Καθόταν δύο σειρές μπροστά μου, γυρισμένη ώστε να βλέπω τα τρία τέταρτα του προσώπου της. Είχε έναν απίστευτα ζωντανό λαιμό. Έριξα μια ματιά γύρω να ικανοποιήσω την περιέργειά μου, προτού την περιεργαστώ με την ησυχία μου.

   Ο κόσμος -κυρίως ηλικιωμένοι μα και μεσήλικες και φοιτητές με τα αναμαλλιάρικα κεφάλια και ζωηρά όλο προσμονή πρόσωπα- σηκωνόταν να ξεμουδιάσει, σιγοκουβέντιαζε, χαιρετούσε γνωστούς. Αναγνώριζα στην έκφρασή τους τη λαχτάρα μα και τη διστακτικότητα για τους άλλους ανθρώπους. Την επιθυμία τους να ξεφύγουν από την πλήξη της πόλης. Από ένα βραδινό απέναντι στην τηλεόραση.

   «Θα ’χει κι αύριο συνέχεια το αφιέρωμα;», με ρώτησε η γυναίκα δίπλα μου με ενεργητικότητα προσκόπου στη φωνή, που ακούστηκε παράταιρη, φανερώνοντας εκείνη την εσωτερική αστάθεια που φέρνει η χρόνια μόνωση, μαζί και αγωνία, επιβεβαιώνοντας πάνω στην ώρα τις παρατηρήσεις μου. Γύρισα να της απαντήσω. Και καθώς ο ροζ μπερές έριχνε το φως του σε ένα γαλανό, ανυπεράσπιστο πια πρόσωπο, τονίζοντας την εκκεντρικότητα της έκφρασης, έφερνε στο νου κάτι από μια νεότητα χαϊδεμένη με τον τρόπο γλυκύτερων σε ορισμένα πράγματα καιρών και από ένα ταπεραμέντο ατίθασο. Μου φάνηκε γνώριμη. Έτσι θα έμοιαζε γερασμένη μια φίλη της μητέρας μου, που είχα γνωρίσει πριν εικοσιπέντε τόσα χρόνια στην Χίο. Όμως, παρά την παρόρμησή μου δεν ρώτησα τ’ όνομά της.

   Γύρισα στην άλλη γυναίκα. Τα μαλλιά της πάνω από ένα μικρό στρογγυλό μέτωπο, κοντά, άψογα χτενισμένα σε παλαιότροπη μόδα, με χωρίστρα στο πλάι, είχαν τη λάμψη του ασημιού. Η παχιά και μαλακή περισπωμένη των χειλιών, κάτω από την έντονα οστέινη γραμμή της μύτης, ήταν περασμένη με ένα σκούρο βυσσινί κραγιόν. Τα μάτια, βαθύκοχα και σκοτεινά, σκιάζονταν ακόμη περισσότερο από τις πλούσιες καμπυλάδες των φρυδιών. Κανένα χαρακτηριστικό της -εκτός ίσως από τα μάτια- δεν ήταν ακριβώς όμορφο. Μα όλα μαζί έδεναν με ένα σκούρο δέρμα, εξαίσια χαραγμένο από τον χρόνο σε μια έκφραση σπάνια. Έκφραση αφοπλιστικής μειλιχιότητας, που τη διαπερνούσε, μια που μόλις διαφαινόταν και, ωστόσο, απόλυτα υπαρκτή σα να ξεχυνόταν από τα βάθη του είναι της, ατσαλένια δύναμη.

   «Αρχαία σταυροδρόμια της Μεσογείου», σκέφθηκα. «Το είδος που δε ξιπάζεται με τίποτα».

                                                                                                                                                                             1989-1990 





Ένα απόγευμα του Αυγούστου

 

Η θάλασσα από ψηλά από τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο λαμποκοπούσε κάτω γαλάζια. Δρασκέλισα τη ρημαγμένη σανιδένια μάνδρα και άρχισα να κατηφορίζω τον αμμουδερό λοφίσκο που ήταν σπαρμένος μ’ αγκάθια, λιθάρια και αλμυρήθρες εδώ και εκεί. Προχωρούσα αργά, χαζεύοντας τον ιλαρό πίνακα των απογευματινών κολυμβητών, που οι φιγούρες φαίνονταν τυλιγμένες μέσα σε ρόδινους, κίτρινους και κυανωπούς ιριδισμούς.

   Είχα περάσει μια ώρα σχεδόν, μισοναρκωμένη πάνω στα χλιαρά χαλίκια, όταν ο ουρανός συννέφιασε απότομα και ακούστηκε η βροντή. Ο μικρός βράχος που ξεφύτρωνε μπροστά μου μέσα στο νερό σα διάφανος πυργίσκος κάτω απ’ το φως βάφτηκε ένα κοφτερό, γκρίζο μωβ χρώμα. Τα λιγοστά πράσινα πάνω στο κρημνώδες ακρωτήρι, που έσκιαζε από δεξιά την αγκάλη του κόλπου, σκούρυναν σε τόνους ψυχρότερους. Ο αέρας που ξέσπασε σχεδόν αμέσως, σήκωσε τις πολύχρωμες πετσέτες μέσα σε ένα σύννεφο σκόνης και έριξε κάτω σαρώνοντας τη μια μετά την άλλη τις περισσότερες ομπρέλες. Η θάλασσα ήταν τώρα ανταριασμένη, τινάζοντας με δύναμη μαυριδερούς αφρούς. Άρχισε να ψιλοβρέχει.

   Η όψη της παραλίας άλλαξε. Ο κόσμος άφηνε βιαστικά το νερό, τα κορμιά πάνω στα βότσαλα φαίνονταν ριγμένα άτσαλα, τα βλέμματα ήταν θορυβημένα. Τα σχόλια που παράσερνε ο άνεμος, χτυπιούνταν με τη βροχή και τη σκόνη ακατανόητα.

   Η αποσιωπητική ραθυμία του καλοκαιρινού απογεύματος μεταμορφώθηκε σε μια χορογραφία αλλόκοτη, ανήσυχη, σχεδόν αγωνιώδη. Ένιωθα τα βήματα να συνωστίζονται πίσω από την πλάτη μου, στην ανηφοριά απ’ όπου αργά είχα κατεβεί. Σε λίγο η παραλία είχε σχεδόν ερημώσει.

   Όταν η ψιλή βροχή σταμάτησε και ο άνεμος κόπασε λιγάκι, έπεσα στη θάλασσα που έμοιαζε γεμάτη μιλήματα και κρυφές ροές. Έμεινα ώρα μέσα στη βουερή σκοτεινιά της, παλεύοντας την πλήξη μου του απογεύματος με τους υπαινιγμούς που, καθώς μου φαινόταν, ψιθύριζαν οι ψυχρές ριπές του ανέμου ξυπνώντας το κορμί και το μυαλό μου. Υπαινιγμούς, θαρρείς, για την κρυφή μελωδία του κόσμου μας και της εποχής.

   Ωστόσο, ο άνεμος έπεφτε ολοένα και η θάλασσα, καθώς την αποχωριζόμουν,  ανέπλεε με ένα χρώμα ξάσπρο, ακύμαντη, παγωμένη.

   Κάπνισα ένα τσιγάρο, έχοντας τώρα μπροστά μου τούτο το απροσδόκητο, το σχεδόν χειμωνιάτικο αττικό τοπίο, που η γυμνότητα, η ερημιά του, η απόλυτη ευφυΐα του, λειαίνοντας τις αιχμές και γεφυρώνοντας τα χάσματα, χάριζε προς στιγμή στην ψυχή μου τη στάση της ανάπαυσης.

   Αργότερα, από τη βεράντα, κοίταξα πέρα απ’ τα άμορφα εξοχικά που τραυμάτιζαν τους ήπιους αττικούς λόφους -δείγματα νεοαποκτημένης, επισφαλούς και ακατάκτητης ευμάρειας- τη θάλασσα. Ήταν γκρίζα και ησυχασμένη.

   Μια λάμψη, μια βοή αυλάκωσε τον ουρανό, όλα μούχρωσαν πιο πολύ κι άρχισε να βρέχει. Με μια βροχή πλούσια και δυνατή, που έσκιαξε τα μελιχρά ασήμια των λιγοστών ελιών και τις ανάερες σκοτεινάδες  των μισοκαμμένων πεύκων και εκτίναξε στα ύψη μ’ όλο το κλέος της την εποχή, καθώς πλημμύριζε τον αέρα με τις γλυκές και στυφές μυρωδιές της θερινής γης. Μυρωδιές καμμένης μέντας.

   Καθώς άνοιγα την πόρτα, η ζέστη που μαζεύει το σπίτι όλη μέρα από τον ήλιο, μου φάνηκε πρώτη φορά ευπρόσδεκτη. Ένιωσα σαν κάτι να ανοιγόκλεισε κάπου γοργά και άφησα πίσω μου το καλοκαίρι.





Έκπληξη ομορφιάς

 

Κοντά στο σαρανταπέντε. Πόδια καλλίγραμμα, χαριτωμένα σταυρωμένα στο πλάι. Χωρίς κάλτσες. Είχε ριγμένη πάνω της μια φαγωμένη γούνα, που ερχόταν σ’ αντίθεση με το γυμνό των ποδιών καταμεσής του Φλεβάρη, δίνοντας στην παρουσία της μια έλλειψη φροντίδας. Κάπνιζε συζητώντας με μια κοπέλα που την θύμιζε αμυδρά, αν και δίχως τη λυγεράδα της. Κόρη της ίσως. Δάχτυλα μακριά, πιο εκφραστικά με το τσιγάρο.

   Τα χρώματά της ανάμεσα στο αχνό χρυσό και το μελί, τη φώτιζαν απαλά. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου της, όμορφα, ήμερα και συγκρατημένα από φυσικού τους, τεντώνονταν ελαφρά, καθώς μιλούσε. Φαίνονταν δοκιμασμένα από μια προσωπική ταλαιπωρία έξω από το κανονικό, που έδινε στην όψη της μια ανεπαίσθητη κοφτεράδα. Κανένα κόσμημα.

   Θα ’πρεπε να ’ναι πιο κοντά στο φθινόπωρο, ωστόσο θύμιζε τη γλυκύτητα του Μαΐου με τις ευωδιές του. Μια γυναίκα πλασμένη από τη γυμνή νεανικότητα της άνοιξης, την κούραση των δειλινών της, το λεπτό αισθησιασμό των επιταφίων της. Μια έκπληξη στο φαρμακείο του τετραγώνου μου.

   «Αν είναι κάποιος ωραίος, δεν χρειάζεται να ’ναι κι έξυπνος» θυμήθηκα τα λόγια του Σαίξπηρ.





ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ


[...]

Ωστόσο, προς τέρψιν των οφθαλμών όσων αγαπούν ακόμα κι αντέχουν την ομορφιά, δίνω τα νούμερα των χρωμάτων του εργοχείρου. Οι κλωστές είναι της πολύ γνωστής μάρκας. Ιδού λοιπόν: Γκρίζο 3020. Πράσινο 930. Βυσσινί 814 και άσπρο.



                                               ΒΑΣΩ ΛΗΜΝΙΟΥΔΗ, γκρίζο 3020 πράσινο 930, αγιάρι, Χίος 2022
                                                                                                                                   [εκτός εμπορίου]



Η ΒΑΣΩ ΛΗΜΝΙΟΥΔΗ γεννήθηκε στη Χίο, όπου πήρε τη βασική εκπαίδευση. Παράλληλα φοίτησε στο γαλλικό κολλέγιο Saint Joseph. Σπούδασε την Ιατρική στο Α.Π.Θ. Έργα της:
"Ένα εισιτήριο για πού", ποιήματα, εκδόσεις ΠΑΡΑΛΟΣ 2009
"Τα μυθικά χρόνια", αφήγημα, Εικονικό Μουσείο Τήνου -Κέντρο Μελετών Αιγαίου, 2022
Έχει συνεργαστεί με το λογοτεχνικό περιοδικό ΑΝΑΚΥΚΛΗΣΗ του ΤΑΣΟΥ ΚΟΡΦΗ με το ψευδώνυμο Εύα Καλλιπέτη.

Σχόλια