Νίκου Χούλη, Ο χρυσοκότσυφας

 


ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ


Ενώ σκοτεινιάζει 

εκείνα λαμποκοπούν

προφέροντας ονόματα

     με κίνδυνο της χαράς

να χαθεί το κλειδί

μπαίνουν στο δάσος.


Τα όνειρα λέω -πρώτα-

είναι συνηθισμένα 

στην παγωνιά

τις ώρες 

του μαρτυρίου τους

σμίγουν με τα πουλιά

και γίνονται

-τουλάχιστον μερικά-

όταν του έρωτα

                   ξεσπά η φωτιά

το στήθος τους 

αντιτάσσοντας

                          στο λευκό

στόχαστρο του χιονιά

δέντρα.



ΑΝΘΗ


Υπάρχουν ποιήματα

που είναι σαν άνθη

                        του τότε τα άνθη


δεν θα μεγαλώσουν

ποτέ


δεν θα δέσουν

δεν θα φτάσουν

να γίνουν καρποί


Υπάρχουν ποιήματα

τα κρατάει

                      μ' επιμονή


τα μνημονεύει

η γη


αιώνια άνθη



ΤΑ ΤΡΙΑ ΚΥΠΑΡΙΣΣΟΞΥΛΑ


Πήρε ένα κομμάτι το πιο σιωπηλό

να φτιάξει βιολί.


Με τ' άλλο καλαίσθητο αρμάρι,

τον πόνο να κρύψει

                            να τον σφαλίσει εκεί.


Και με το τρίτο καράβι, καϊκι,

πλεούμενο (θυμήθηκε τ' όνειρο)


                                        πάνω του

σκάλισε -σαν καταστάλαγμα-

του κυμάτου

                  που μόλις πέρασε

                        με τ' αφρολούλουδα,

                                   την προσευχή.



Η ΣΚΕΠΗ


Στα σκουρέτα πρόσθεσα τα καρφιά. Την αγωνία. Ένα τοπίο.

Ό,τι απρόσμενο. Το αναπάντεχο. Μια υποκαίουσα -προς

εξιλέωση- ζωγραφιά. Κάθε τι που θα προφύλασσε Εκείνη.

Θα 'φτιαχνα -δε μπορεί- της νύχτας -της δικής μας- τη

σκεπή. Με τρόπον ώστε επ' άπειρον να διαχέεται η μουσική.

Σημάδια από μάγια -εν αφθονία- αφημένα γύρω μας στην

πρώτη της ρέμβη να βρίσκει η αυγή.





"ΟΘΕΥΝΕΣ ΔΥΕΙΑ"


Το πρόσωπό του παράξενα

έλαμπε

Στο βλέμμα του κυριαρχούσανε τ' άστρα


Τα άστρα

και η ανάμνηση


Μ' αγκάλιαζε μου εξηγούσε

                                         μου μιλούσε

σε γλώσσα που δεν

καταλάβαινα


"Οθεύνες όχοω δύεια

γιων"


Ήρθ' η μητέρα


Άρχισε κι εκείνη

να μου μιλά

στην ίδια γλώσσα

που δεν καταλάβαινα 

του πατέρα


"Έξα ανατήρ

άθαα αλ"


Φοβήθηκα

Τρόμαξα

Θα' ναι η γλώσσα

των νεκρών


Των πνευμάτων

και των ψυχών είπα

και ξύπνησα



Ο ΧΡΥΣΟΚΟΤΣΥΦΑΣ


Μπήκε ο πατέρας

(στους ώμους χιονόνερο)

το λαβωμένο κρατώντας

στα χέρια του εκείνο πουλί


μπλε στο αντιφέγγισμα

διάφανο

μαύρο-δριμύ


άφεχτα ακόμα

                       δεν ήξερα

είδα επλησίασα


καμιά αναπήδηση

ίσκιος θανάτου

μες στο κλουβί



ΤΟ ΣΑΛΙ


Μέσα στη νύχτα το σάλι της μητέρας

ή και μέρα μεσημέρι

αν το ξεδιπλώσεις

                                     γίνεται πουλί

τώρα για μένα και για κείνη μόνο

μπορεί κανονικά

όπως τ' άλλα

ανάμεσα σε δέντρα και φαντάσματα

πουλιά 

να κελαηδεί



ΤΟ ΠΑΡΑΜΙΛΗΤΟ


Ενός 

επαρχιακού νοσοκομείου

-της νύχτας που μας πέρασε-

                                      το παραμιλητό

αυτό

θα μπορούσε να πει

ο Άγγελος ο Εχθεσινός


Κύριε

αυτό φέρνω



ΣΤΗΝ ΑΧΥΛΙΑ


Στην πρώτη στάχτη

ο χειμώνας

την καυτή.

Στην αχυλιά.


Πήρανε σβάρνα

οι σκοτωμένοι

τα βουνά.


Κάποιοι

(θα άκουγα)


-αλυχτώντας σα σκυλιά-

τα γκέμια


από 

τ' άδικο τραβήξαν

της φωτιάς.


ΝΙΚΟΣ ΧΟΥΛΗΣ, Ο χρυσοκότσυφας, εκδόσεις αγιάρι, Χίος, Σεπτέμβριος 2020






Ο Νίκος Χούλης ζει στη Χίο. Έχει γράψει τις ποιητικές συλλογές: 

ΕΝ ΟΛΙΓΟΙΣ, εκδόσεις Άλφα-Πι, Χίος 2003

Ο ΑΝΘΟΚΟΜΟΣ, εκδόσεις Γαβριηλίδη, Αθήνα 2011

ΤΟΠΟΣ ΓΥΜΝΟΣ, Έντυπο, Χίος 2012 [εκτός εμπορίου]

Ο ΧΡΥΣΟΚΟΤΣΥΦΑΣ, εκδόσεις αγιάρι, Χίος 2020 [εκτός εμπορίου]

ΤΟ ΣΑΚΑΚΙ, εκδόσεις αγιάρι, Χίος 2022 [εκτός εμπορίου]


Σχόλια